Νίκος Δασκαλοθανάσης

Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Νίκος Δασκαλοθανάσης

Δημοσίευση από City Travellers Την / Το Σαβ Ιαν 23, 2016 2:51 pm

Μπιενάλε, μία συζήτηση
Την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου στο cheapart, από την ομάδα Libby Sacer Foundation
Β
Το Περιοδικό - Μη (ξε)χάσετε - 25/10/2014

1
Μία συζήτηση με εύρος προσεγγίσεων σε ένα θέμα που αφορά τόσο τους καλλιτέχνες όσο και το κοινό. Μέσα από ποιες διεργασίες διαμορφώνεται η κυρίαρχη αισθητική μιας εποχής;

Το Libby Sacer Foundation διοργανώνει μία συζήτηση για τις Μπιενάλε και άλλες μεγάλες περιοδικές εκθέσεις, με αναφορά στην πολιτική και στην οικονομία τους. Πώς παράγονται οι μεγάλες καλλιτεχνικές διοργανώσεις; Ποιος ο ρόλος τους ως θεσμών στη σύγχρονη τέχνη και πώς λειτουργούν εντός τους επιμελητές και καλλιτέχνες; Γιατί αντέδρασαν πρόσφατα οι καλλιτέχνες που συμμετείχαν στις Μπιενάλε του Σύδνεϋ και του Σάο Πάολο;

Καλεσμένοι στη συζήτηση, οι ιστορικοί τέχνης Νίκος Δασκαλοθανάσης, Εύη Μπανιωτοπούλου και Αλέξανδρος Τενεκετζής. Με αναφορές στο πλαίσιο και τους συμβολισμούς περιπτώσεων όπως η Μπιενάλε της Βενετίας, η Ντοκουμέντα του Κάσσελ και η Μπιενάλε Θεσσαλονίκης, θα κουβεντιάσουν τη σχέση πολιτικού-αισθητικού στο περιβάλλον των μεγάλου βεληνεκούς θεσμικών καλλιτεχνικών διοργανώσεων.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου, στις 8 μμ., στο χώρο τέχνης cheapart στα Εξάρχεια (Ανδ. Μεταξά 25), με ελεύθερη είσοδο. Η εκδήλωση εντάσσεται στον 7μηνο κύκλο δράσεων με τίτλο «Διαβατήριο παρακαλώ/ Passport please


Λίγα λόγια για τους ομιλητές

Ο Νίκος Δασκαλοθανάσης είναι καθηγητής ιστορίας της τέχνης στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Πρόσφατα δημοσίευσε το βιβλίο «Ιστορία της τέχνης, η γέννηση μιας νέας επιστήμης, από τον 19ο στον 20ό αιώνα» (Αθήνα, εκδόσεις Άγρα).

H Eύη Μπανιωτοπούλου είναι ανεξάρτητη ιστορικός τέχνης, επιμελήτρια εκθέσεων και διδάσκουσα στο MA in Black Sea Cultural Studies (Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος). Έχει συνεργαστεί με μουσεία και οργανισμούς της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπως το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, το Action Field Kodra, η Tate Gallery, η Royal Academy of Arts, το Sotheby’s Institute of Art και η Education, Audiovisual and Culture Executive Agency (EU). Έχει επιμεληθεί συλλογές και εκθέσεις σύγχρονης τέχνης και έχει δημοσιεύσει σε διεθνή συγγράμματα. Είναι κάτοχος διδακτορικού από τo Central Saint Martin’s College of Art and Design σε θέματα της σχέσης επιμέλειας της τέχνης με την πόλη.

Ο Αλέξανδρος Τενεκετζής είναι ιστορικός τέχνης, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης και διδάσκει σήμερα στο πρόγραμμα «Ακαδημία Πλάτωνος» του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι επίσης σύμβουλος και υπεύθυνος έργων στο Ίδρυμα Ζογγολόπουλου, στο Εικαστικό Επιμελητήριο και το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, ενώ συνεργάζεται και με την Εθνική Πινακοθήκη. Ασχολείται κυρίως με τα θέματα της δημόσιας ιστορίας, της δημόσιας μνήμης, της δημόσιας τέχνης και πιο συγκεκριμένα της δημόσιας γλυπτικής και των μνημείων σε δημόσιο χώρο. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του είναι οι σχέσεις τέχνης και πολιτικής, τέχνης και κοινωνίας και τέχνης και δημόσιων καλλιτεχνικών θεσμών, για τα οποία έχει κάνει σχετικές δημοσιεύσεις και ανακοινώσεις.

—————————————————————————————————————————–


* Για την Libby Sacer & το Libby Sacer Foundation

Η Libby Sacer παρέμεινε άγνωστη έως το θάνατό της το 2013. Ο κληρονόμος της, αναγνωρίζοντας τον πλούτο υλικού που υπήρχε στο σπίτι της, απευθύνθηκε σε ομάδα ειδικών για την έρευνα και ταξινόμηση του. Από τα ως τώρα ευρήματα προκύπτουν ενδείξεις του ρόλου της σε κινήματα τέχνης, σκέψης και πολιτικής για μια περίοδο που καλύπτει πάνω από μισό αιώνα. (Δείτε περισσότερα για την Λίμπι Σάκερ στον παρακάτω σύνδεσμο: http://libbysacer.blogspot.gr/2014/03/normal-0-libby-sacer-libby-sacer.html)

Η ομάδα Libby Sacer Foundation ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 2014, θεωρώντας πως τα πολυάριθμα τεκμήρια βίου και πολιτείας της Σάκερ που ήρθαν στο φως, στην πραγματικότητα αφυπνίζουν το πνεύμα μία ολόκληρης εποχής – της εποχής απ” την οποία καταγόμαστε.

Ως «Cheapart Resident 2014», η ομάδα φιλοξενείται στο χώρο τέχνης Cheapart και με αφορμή τη Λίμπυ Σάκερ ξεκινά ένα διάλογο για τις καταβολές και τα «φαντάσματα» μας. Ως τις αρχές Νοέμβρη 2014, η ομάδα διοργανώνει δράσεις, ομιλίες, εκθέσεις και εργαστήρια, που αφορούν τους περι-ορισμούς του σώματος, του χώρου, της ταυτότητας, τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που τα οριοθετούν και την διαμεσολάβηση στην τέχνη και στη δημόσια ζωή. Αυτός ο κύκλος εκδηλώσεων έχει τίτλο Διαβατήριο παρακαλώ/ Passport please.

Για μία επισκόπηση των δράσεων του Libby Sacer Foundation ως τώρα, δείτε: http://libbysacer.blogspot.gr/ ή επισκεφτείτε τη σελίδα στο facebook για τακτική ενημέρωση: https://www.facebook.com/LibbySacer?fref=ts
avatar
City Travellers
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 321
Ημερομηνία εγγραφής : 05/11/2013
Τόπος : Athens, Greece

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://citytravellers.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Για τον Νίτσε - Θέληση για τύχη

Δημοσίευση από City Travellers Την / Το Σαβ Ιαν 23, 2016 2:55 pm

Για τον Νίτσε - Θέληση για τύχη
Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013 05:02 - Κατηγορία: Uncategorised
nitse-1
http://lesandmore.gr/ygeia/9-uncategorised/3122-nitse-thelisi-tychi
Georges Bataille
μετάφραση: Χάρης Ε. Ράπτης, Νίκος Ηλιάδης
επιμέλεια σειράς: Στέφανος Ροζάνης



Ψυχογιός, 2002
288 σελ.
ISBN 960-274-644-0, ISBN-13 978-960-274-644-8, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 19,45

O Georges Bataille δεν υπήρξε ποτέ ένας "κανονικός" φιλόσοφος, όπως για παράδειγμα ο Χέγκελ ή ο Σαρτρ. Ήταν διστακτικός ως προς τις έννοιες, εύκαμπτος ως προς τα φιλοσοφικά συστήματα και βαθιά καχύποπτος ως προς τη γλώσσα.
Ο Bataille ποτέ δεν ανέπτυξε ιδέες και ποτέ δεν υποστήριξε ιδέες με τη ζωή του. Δεν θα μπορούσε, κατά συνέπεια, κάποιος να αναμένει ότι το έργο του "Για τον Νίτσε" θα αποτελούσε έναν παραδοσιακό σχολιασμό του Νίτσε. Το έργο αυτό είναι περισσότερο ένα εγχείρημα του Bataille να προβάλει τα στοιχεία εκείνα της φιλοσοφίας του Νίτσε, τα οποία αναγνώριζε ως δικά του.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η τεράστια συμβολή του Bataille και η μοναδικότητα του σχολιασμού του. Η γλώσσα την οποία ο Bataille υιοθετεί προκειμένου να μιλήσει για τον κατεξοχήν φιλόσοφο της νεωτερικότητας, έχει τους τόνους και την οικειότητα μιας γλώσσας προσωπικής μέσα από την οποία αναδύονται με μοναδικό τρόπο τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν την ιδιαιτερότητά του ως αναγνώστη του Νίτσε.

ΚΡΙΤΙΚΗ

«Το δυστύχημα με τον κ. Μπατάιγ είναι πως επιχειρηματολογεί. Βεβαίως επιχειρηματολογεί σαν κάποιον που έχει "μια μύγα πάνω στη μύτη του", γεγονός που τον κάνει να μοιάζει μάλλον με νεκρό παρά με ζωντανό...». Με ένα τέτοιο ευφυολόγημα αναφέρεται στον Μπατάιγ ο «πάπας» του σουρεαλισμού Αντρέ Μπρετόν, τον Δεκέμβριο του 1929, όταν συντάσσοντας το δεύτερο μανιφέστο του προχωρεί σε καταδίκες και διαγραφές, μη φειδόμενος ούτε του Ρεμπό ή του Πόε. Η δεύτερη σοβαρή κρίση έχει ήδη ξεσπάσει στο σουρεαλιστικό στρατόπεδο. Έχει προηγηθεί η προσχώρηση των σουρεαλιστών στο Κομμουνιστικό Κόμμα και η οργισμένη επιστολή του Μπατάιγ, όπου δεν διστάζει να τους χαρακτηρίσει «ένα μάτσο ιδεαλιστές μαλάκες».

Ωστόσο αυτή η ανταλλαγή ύβρεων αποκαλύπτει κάτι από την ουσία μιας θεωρητικής σύγκρουσης: ο Μπατάιγ αντιμετωπίζει κριτικά τη «λατρεία» του Μπρετόν για τον «ιδεαλιστή» Έγελο, ενώ ο Μπρετόν μέμφεται τον «ασυνάρτητο» λόγο του Μπατάιγ, έναν λόγο που πράγματι βρίσκεται στο όριο της ζωής και του θανάτου. Αλλά ό,τι αποτελεί μομφή για τον Μπρετόν είναι εύσημο για τον Μπατάιγ. Γιατί αυτός ο γάλλος επαρχιώτης με τα δύσκολα παιδικά χρόνια που σημάδεψαν οι απόπειρες αυτοκτονίας της μητέρας του, η τύφλωση και η παράλυση του πατέρα του, η εκκλησιαστική του εκπαίδευση και η φυματίωση, αναζητεί έναν φιλοσοφικό λόγο ο οποίος δεν θα διατυπώνει τους νόμους της αιτιοκρατούμενης εξέλιξης του Σύμπαντος αλλά θα μοιάζει «με τα χτυπήματα του σφυριού». Αυτόν τον λόγο τον ανακαλύπτει, ήδη στη δεκαετία του 20, στα γραπτά του Νίτσε. Και αν η Ιστορία του ματιού, το γνωστότερο ίσως από τα πρώιμα έργα του (ελληνική έκδοση Άγρα), μαζί με τον όψιμο Ερωτισμό (ελληνική έκδοση Ίνδικτος) κάνουν φανερή την «ερωτολάγνα» πλευρά των γραπτών του Μπατάιγ - μια πλευρά που ταρακουνά συθέμελα τις βάσεις της χριστιανικής και της αστικής ηθικής -, το βιβλίο του για τον Νίτσε αποτελεί ίσως το πιο ολοκληρωμένο φιλοσοφικό του δοκίμιο.

Το έργο γράφεται κατά την εκπνοή της γερμανικής κατοχής της Γαλλίας. Σ αυτή τη ζοφερή στιγμή ο Μπατάιγ αναλαμβάνει να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στον γερμανό φιλόσοφο που μια παραμορφωμένη ανάγνωση ανήγαγε σε θεωρητικό του ναζισμού. Εδώ μπορεί να εντοπισθεί μια ιδιάζουσα πλευρά του έργου του Μπατάιγ: παρά την έμφαση στον ορισμό του υποκειμένου και στην ανάδυση των ενστικτωδών μορφών της ζωής, ο Μπατάιγ συνδέει μονίμως τούτη την επίπονη αναζήτηση με τον ορίζοντα της συλλογικής ιστορίας. Μια τέτοια ανάγνωση του Νίτσε επιδιώκει και τώρα αποκαθιστώντας αυτή την κρίσιμη ιστορική στιγμή την ιστορική διάσταση της σκέψης του. Με τον ίδιο τρόπο, σε άλλα του γραπτά, θα επιχειρήσει να ερμηνεύσει, ιστορικά, ακραίες κοινωνικές πρακτικές όπως η ανθρωποθυσία στους Αζτέκους, ή θα εστιάσει το ενδιαφέρον του στη λειτουργική διάσταση του δώρου (potlatch), ή στην ερμηνεία των σπηλαιογραφιών του Λασκό. Οι σπουδές του ως μεσαιωνολόγου και η μακρά επαγγελματική του θητεία ως βιβλιοθηκάριου στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας σίγουρα δεν είναι άσχετες με αυτόν τον προσανατολισμό του. Ωστόσο τούτη η διαδικασία δεν ακολουθεί τις παραδοσιακές ιστορικές μεθόδους. Και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο έργο του για τον Νίτσε.

Δύο είναι εδώ τα χαρακτηριστικά της γραφής του Μπατάιγ: από τη μια, η σχεδόν βιωματική ταύτιση του σχολιαστή με τον σχολιαζόμενο (του Μπατάιγ με τον Νίτσε)· και από την άλλη, η απόπειρα συγκρότησης ενός λόγου που επιχειρεί να ορίσει το άφατο. Υπό τη μορφή ημερολογιακών σημειώσεων ο Μπατάιγ εισάγει εδώ την έννοια της «τύχης», του τυχαίου, της «ζαριάς» (της «εντροπίας», ίσως θα διακινδύνευε να πει κανείς χρησιμοποιώντας όρους που είναι σήμερα τρέχοντες), με σκοπό να περιγράψει ένα σύστημα σκέψης το οποίο είναι «ανθρώπινο» ακριβώς επειδή δεν συγκροτείται ως μια «θεία (χεγκελιανή ή και μαρξιστική) οικονομία» αλλά κινείται στα όρια του σώματος (και των αποβλήτων του), της γλώσσας (ή και της κραυγής), της εμπειρίας (με κυρίαρχο εκφραστικό όχημα το γέλιο). Αλλά η υιοθέτηση εκ μέρους του ενός ανυπόταχτου, οριακού, μεταφορικού «ημιφιλοσοφικού» λόγου για να σχολιάσει τον στοχασμό εκείνου που προκλητικά αποκαλεί «φιλόσοφο του κακού» (ως εισηγητή της απόλυτης ελευθερίας του μη καταναγκασμού) έχει το κόστος της. Κατ αρχήν προκαλεί την μήνιν των επαγγελματιών φιλοσόφων. Πρώτος ο Σαρτρ, που την περίοδο της συγγραφής του έργου συμβιώνει με τον Μπατάιγ στον ίδιο κύκλο των γάλλων διανοουμένων (ο ίδιος ο Μπατάιγ περιγράφει έναν χορό του με τον Σαρτρ, συνυφασμένο στη μνήμη του με τις Δεσποινίδες της Αβινιόν του Πικάσο), του ασκεί έντονη κριτική (σε παράρτημα της ανά χείρας έκδοσης συμπεριλαμβάνεται μαζί με ορισμένα άλλα ενδιαφέροντα κείμενα ένας «διάλογος» Σαρτρ - Μπατάιγ). Ο Χάμπερμας επίσης στον Φιλοσοφικό λόγο της νεωτερικότητας (ελληνική έκδοση Αλεξάνδρεια) επισημαίνει στο έργο του Μπατάιγ τη «σύγχυση» μεταξύ της λογοτεχνικής και της φιλοσοφικής γλώσσας. Από την άλλη πλευρά, η αποδομητική σκέψη ανιχνεύει ακριβώς εδώ το προτέρημα της γραφής του Μπατάιγ. Είναι αναμφίβολο ότι στοχαστές σαν την Κρίστεβα, που εισήγαγαν στη θεωρία έννοιες όπως το abject, γοητεύονται από τα γλωσσικά (αλλά και τα σωματικά) «υπολείμματα» τα οποία μπορεί κανείς να εντοπίσει στα γραπτά του Μπατάιγ. Η ποιητική, εκστατική γραφή που θεωρείται ότι σηματοδοτεί την απώλεια του νοήματος είναι την ίδια στιγμή, για φιλοσόφους σαν τον Ντεριντά, απολύτως αποδεκτή (όπως ορθά επισημαίνει ο προλογίζων την ελληνική έκδοση).

Ένας Μπατάιγ λοιπόν καταδικασμένος από τους μοντέρνους και οικειοποιημένος από τους μεταμοντέρνους; Φυσικά, στο μέτρο που και ο πνευματικός του προπάτορας, ο Νίτσε, θεωρείται επίσης απολύτως οικειοποιήσιμος από τη σύγχρονη σκέψη. Ωστόσο ποιο από τα δύο είναι άραγε το κύριο μέλημα της εκστατικής, βιωματικής γραφής του Μπατάιγ (αλλά και του Νίτσε, έτσι όπως ο συγγραφέας τον «βιώνει»): η απάλειψη ή η επανατοποθέτηση των ορίων του νοήματος; Και αν η έννοια της ιστορίας αλλά και η έννοια της «κοινότητας» ή του ανθρώπινου «αυτεξούσιου», έννοιες καθαρά πολιτικές, αποτελούν πράγματι σημαντικές παραμέτρους για την οπτική που υιοθετεί ο Μπατάιγ, μπορεί το έργο του να εκληφθεί απλά ως ένα εκστατικό-διονυσιακό delirium; Μια προσεκτική ανάγνωση τούτης της ρέουσας μετάφρασης του «στρυφνού» αλλά γοητευτικού γραπτού του Μπατάιγ ίσως μπορεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Αρκεί εδώ - αλλά ίσως και αλλού - να λάβουμε υπόψη την προτροπή του ίδιου του Μπατάιγ αφήνοντας όλες τις πιθανότητες ανοιχτές: «Όποιος κι αν είσαι εσύ που με διαβάζεις: παίξε με την τύχη σου».

Νίκος Δασκαλοθανάσης (διδάκτωρ Ιστορίας της Τέχνης), ΤΟ ΒΗΜΑ , 02-02-2003

Πηγές: http://www.biblionet.gr/book/72664/

http://www.protoporia.gr/gia-ton-nitse-p-146990.html
avatar
City Travellers
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 321
Ημερομηνία εγγραφής : 05/11/2013
Τόπος : Athens, Greece

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://citytravellers.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης